TO ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΜΑH ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟΝ EIPHNIKO KATA TON B' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟΑΠΟ ΤΙΣ ΝΗΣΟΥΣ ΓΚΙΛΜΠΕΡΤΣ ΣΤΟ ΓΚΟΥΑΜΚωνσταντίνος Εμμ. Αβτζιγιάννης

Κατά το 1944 η Ιαπωνία έχασε πλοία συνολικής χωριτικότητας τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων. Αυτό την κατέστησε ουσιαστικά ανίκανη να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο ζωής για τον πληθυσμό της και φυσικά της αφαίρεσε όποιες ελπίδες είχε να κερδίσει τον πόλεμο. Οι Ιάπωνες γνώρισαν ήττες όχι μόνο στην θάλασσα αλλά και στον αέρα και στην στεριά. Τον Αύγουστο ο Μακάρθουρ είχε φθάσει στο δυτικό άκρο της Νέας Γουινέας. O Νίμιτζ είχε καταλάβει τις νήσους Γκίλμπερτς και προχωρούσε
προς το Σαιπάν και το Γκουάμ. Οι Αμερικανοί διέθεταν πιά ένα αεροδρόμιο από το οποίο τα B29 έφθαναν με άνεση την Ιαπωνία για να ρίξουν τα θανατηφόρα φορτία τους και οι συμμαχικές δυνάμεις διέθεταν μία βάση, από την οποία θα εξαπολυόταν η τελική επίθεση εναντίον της χώρας του Ανατέλοντος Ηλίου.
Οι επιτυχίες των Αμερικανικών υποβρυχίωνΣτις αρχές του 1944 στον Ειρηνικό επιχειρούσαν 123 Αμερικανικά υποβρύχια. Τα προβλήματα με τις ελαττωματικές τορπίλες είχαν πλέον λυθεί και επιπλέον διέθεταν εξαιρετικό ραντάρ, το οποίο ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για νυκτερινές επιθέσεις από την επιφάνεια. Το ήμισυ των επιχειρήσεων τους εκτελείτο με την τακτική της "αγέλης λύκων" και στην διάρκεια αυτής της χρονιάς εβύθισαν 500 πλοία συνολικού τονάζ 2.500.000. Αυτό σε συνδιασμό με τις επιχειρήσεις των αεροσκαφών, τα οποία εβύθισαν ακόμα 1.500.000 τόνους πλοίων άφησαν την Ιαπωνία με πολύ λιγότερους από τα τρία εκατομμύρια τόννους σε πλοία, τα οποία χρειαζόταν για να διατηρηθεί ο άμαχος πληθυσμός της μόλις επάνω από τα επίπεδα της πείνας.
Τα Αμερικανικά υποβρύχια προκαλούσαν επίσης σοβαρές απώλειες στα Ιαπωνικά πολεμικά. Τον Φεβρουάριο ανοιχτά του Τρουκ το Σκαίητ εβύθισε το νέο ελαφρύ καταδρομικό Αγκάνο. Τον Μάρτιο το Σαντλάνς εβύθισε το το παλαιό καταδρομικό Ταρσούτα. Τον Απρίλιο το Μπλουγκρίλ εβύθισε ένα ακόμη παλαιό καταδρομικό, το Γιουμπάρι και το Φλάσερ εβύθισε το Οϊ τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο το αεροπλανοφόρο συνοδείας Ταίγιο έπεσε θύμα του Ράσερ και τα ελαφρά καταδρομικά Ναγκάρα και Νατόρι των Κρώκερ και Χαρντχαίντ. Τον Σεπτέμβριο το αεροπλανοφόρο συνοδείας Γιούνιο βυθίσθηκε από το Μπαρμπ. Τον Οκτώβριο στην περιοχή της μεγάλης αεροναυμαχίας του κόλπου Λέυτε το Τζαλάο εβύθισε το ήδη αχρηστευμένο καταδρομικό Τάμα και το Μπρημ επροξένησε σοβαρές βλάβες στο βαρύ καταδρομικό Αόμπα.
Τον Νοέμβριο το Αρτσερφις εβύθισε το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο του κόσμου, το Σινάνο, το Σπαίηντφις το αεροπλανοφόρο συνοδείας Σίνυο και το Σήλαϊον επροξένησε σοβαρές ζημιές στο παλαιό θωρηκτό Κόνγκο. Το βαρύ καταδρομικό Μυόκο αχρηστεύθηκε από το Μπέργκαλ και το Κουμάνο έπεσε σε ενέδρα τεσσάρων υποβρυχίων και αναγκάσθηκε να εξωκείλει όπου καταστράφηκε από αεροπορικές επιδρομές. Τον Σεπτέμβριο το αεροπλανοφόρο Τζούνιο υπέστη σοβαρές ζημιές από τα Ση Ντέβιλ και Ρεντφις. Το Ρέντφις λίγες ημέρες αργότερα εβύθισε το αεροπλανοφόρο Ούνρυου. Κατά την διάρκεια του 1944 οι Ιάπωνες έχασαν επίσης από επιθέσεις Αμερικανικών υποβρυχίων 30 αντιτορπιλικά, τέσσερα από αυτά από το ίδιο υποβρύχιο το Χάρντερ, το οποίο όμως και αυτό χάθηκε προς το τέλος του χρόνου.
Γενικά οι Αμερικανοί έχασαν το ίδιο διάστημα 19 υποβρύχια, από τα οποία 6 λόγω ατυχημάτων. Στο τέλος του 1944 όμως στον Ειρηνικό ευρίσκονταν 156 Αμερικανικά υποβρύχια. Αντιθέτως οι επιδόσεις των Ιαπωνικών υποβρυχίων ήταν χείριστες. Χάθηκαν 57 μέσα στο 1944 ενώ οι επιτυχίες τους ήταν ανύπαρκτες.
Σημαντικό ρόλο στην σγκρουση του Ειρηνικού έπαιξαν και τα Βρεττανικά υποβρύχια. Επιχειρώντας από την Κευλάνη αρχικά και στην συνέχεια από το Φρημάντλ της Αυστραλίας απέκοψαν την θαλάσσια οδό ανεφοδιασμού των Ιαπωνικών στρατευμάτων στην Βιρμανία
H διαφορά των διαθεσίμων εμψύχων και αψύχων πόρων Φυσικά οι στρατιωτικές ανάγκες είχαν προτεραιότητα όχι μόνο σε σχέση με τις ανάγκες των αμάχων αλλά και σε σχέση με τις ανάγκες τησ βιομηχανίας. O ρυθμός παραγωγής νέων πολεμικών αεροσκαφών και ναυπήγησης νέων πολεμικών πλοίων έπεσε κατακόρυφα αλλά αυτό ήταν φυσιολογικό αποτέλεσμα των εισαγωγών σιδηρομεταλευμάτων, οι οποίες το 1944 έφθασαν μόλις στο ένα τρίτο αυτών του 1941. Το πετρέλαιο επίσης ήταν ανεπαρκές ακόμα και για τον άλλοτε υπερήφανο αυτοκρατορικό στόλο. Τα Ιαπωνικά πολεμικά, λόγω της ανεπάρκειας καυσίμων μετακίνηθηκαν αρχικά στο Τάουι Τάουι κοντά στις πετρελαιοπηγές του Βόρνεο και μετά στον όρμο της Λίνγκα κοντά στις πετρελαιοπηγές της Σουμάτρας. Αλλά και τότε τα πλοία σπάνια κινούνταν, μόνο όταν ήταν επιβαλόμενο, και οι χειριστές των αεροσκαφών περνούσαν πολύ περισσότερο χρόνο στο έδαφος ή στα ακίνητα αεροπλανοφόρα παρά στον αέρα.
Ενώ από τα Αμερικανικά ναυπηγεία εμφανίζονταν με ταχύ ρυθμό τα αεροπλανοφόρα της περίφημης κλάσσης Εσσεξ και τα μικρότερα αλλά χρησιμότατα αεροπλανοφόρα της κλάσσης Ιντιπέντενς, οι Ιάπωνες μετά την ναυμαχία του Μιντγουαίη άρχισαν να συνειδητοποιούν το επιτακτικό πρόβλημα ναυπήγησης νέων αεροπλανοφόρων. Για τον σκοπό αυτό διάφορα ήδη υπάρχοντα πλοία υπέστησαν εκτεταμένες μετατροπές ώστε να γίνουν αεροπλανοφόρα, όπως το Γερμανικό πολυτελές υπερωκεάνιο Σχάρνχορστ, το οποίο τέθηκε σε υπηρεσία ως Σίνιο τον Δεκέμβριο του 1943, το Ιαπωνικό επιβατικό Αρζεντίνα Μαρού, το οποίο μετονομάσθηκε σε Καίγιο και τέθηκε σε υπηρεσία τον Νοέμβριο του 1943, τα βοηθητικά πλοία Τσιτόσε και Τσιγιόντα και το προοριζομένο για θωρηκτό της κλάσσης Γιαμάτο, Σινάνο. Το τελευταίο μάλιστα είχε μία μοναδική διαμόρφωση, διατηρώντας πολλά στοιχεία της αρχικής του σχεδίασης ως θωρηκτό με βαρύ οπλισμό και θωράκιση. Τελικά αποδόθηκε προς χρήση ως πλωτή βάση επισκευών και συντήρησης αεροσκαφών διαθέτωντας μόνο μικρό αριθμό μαχητικών για αυτοπροστασία.
Πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από τον αριθμό των αεροπλανοφόρων όμως για την Ιαπωνία ήταν ο αριθμός των διαθεσίμων εμπειροπολέμων χειριστών. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης των χειριστών του αυτοκρατορικού ναυτικού προέβλεπε την έναρξη της σε ηλικία 14 ετών οπότε άρχιζε η διαδικασία επιλογής, η οποία ήταν σχολαστική και μακρόχρονη. Στην συνέχεια για 18 μήνες οι υποψήφιοι χειριστές περνούσαν δύο φάσεις εντατικής εκπαίδευσης, μαθαίνοντας όχι μόνο να πετούν αλλά και άλλα θέματα όπως θεωρία σχεδίασης αεροπλανοφόρων. Κατα τους 18 αυτούς μήνες έφθανα τουλάχιστον τις 250 ώρες πτήσης. Ηταν ένα πρόγραμμα, το οποίο αυτοί οι οποίοι το επεράτωναν επιτυχώς ήταν κάτι παραπάνω από απλοί χειριστές αεροσκαφών ναυτικού.
Ηταν πραγματικοί άσσοι στον τομέα τους. Το βασικό μειονέκτημα του προγράμματος ήταν ότι λόγω του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου του λιγότεροι από 100 χειριστές αποδίδονταν στο ναυτικό ετησίως. Ετσι μετά τις τεράστιες απώλειες του 1942 οι Ιάπωνες διέθεταν πολύ λιγότερους χειριστές απ' ότι απαιτούσαν οι συνθήκες του πολέμου. Για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αμβλύνθηκαν οι παράμετροι επιλογής των υποψηφίων χειριστών αλλά το θεωρητικό μέρος της εκπαίδευσης παρέμεινε το ίδιο μακροχρόνιο.
Αρχικά οι απώλειες στο Μιντγουαίη καλύφθηκαν από την παραγωγή των σχολών χειριστών. Ομως, όπως έχουμε προαναφέρει σε αυτή την σειρά των άρθρων, τον Απρίλιο του 1943 τα αεροπλάνα του ναυτικού μεταφέρθηκαν στην Ραμπαούλ για να αναπληρώσουν τις βαρειές απώλειες της αεροπορίας. H φθορά σε χειριστές ήταν συνεχώς αυξανόμενη και στο τέλος του 1943 αποδείχθηκε δυσβάστακτη. Ετσι οι Ιάπωνες αρχικά αναγκάσθηκαν να κόψουν 10 ώρες πτήσης από την δεύτερη φάση της εκπαίδευσης και μετά προχώρησαν στην εγκατάλειψη της τελικής φάσης όπως και της διαδικασίας επιχειρησιακής ενσωμάτωσης των νέων χειριστών. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας οι νέοι χειριστές στέλνονταν απ' ευθείας σε μάχιμες μονάδες, όπου μετά από μία συντομότατη εξοικείωση με τον τύπο του αεροσκάφους έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. Για πολλούς αυτή ήταν και η τελευταία εμπειρία της ζωής τους αφού στις πραγματικές συνθήκες η απειρία τους δεν μπορούσε να ξεπερασθεί από την γενναιότητα και αυτοθυσία, η οποία τους χαρακτήριζε.
Πρόβλημα για το Ιαπωνικό ναυτικό ήταν επίσης η έλλειψη ικανών εκπαιδευτών. Οι νεαροί χειριστές εν είχαν ουσιαστική καθοδήγηση καθώς από το εκπαιδευτικό διπλάνο έμπαιναν στα περίφημα αλλά απαιτητικά πολεμικά αεροπλάνα του Ιαπωνικού ναυτικού. Τα ατυχήματα ήταν συχνότατα. Μέσα στο 1943 οι απώλειες κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης των πιλότων μαχητικών αυξήθηκαν κατά 100% σε σχέση με το 1942 και αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο στις αρχές του 1944. Εντρομη η Ιαπωνική ηγεσία αποφάσισε να επαναφέρει το παλαιό σύστημα εντατικής εκπαίδευσης.
Ολη αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα τα υπάρχοντα αεροπλανοφόρα να είναι επανδρωμένα από απειρους χειριστές ενώ τα νέα να έχουν αεροπλάνα αλλά όχι χειριστές. Ετσι στην ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων, την οποία θα δούμε πιο κάτω, πολλοι Ιάπωνες χειριστές ήταν ικανοί να απονηώσουν τα αεροπλάνα τους αλλά κανείς δεν εγνώριζε εάν είναι σε θέση να τα προσνηώσουν αφού για πρώτη φορά επιχειρούσαν από αεροπλανοφόρο. Στην ναυμαχία του Λέυτε μερικά αεροπλανοφόρα δεν είχαν αεροπλάνα και πολλά αεροπλάνα δεν είχαν καύσιμα για να πετάξουν.
Οι Αμερικανοί είχαν, αναμενόμενο άλλωστε, εντελώς διαφορετικό σύστημα επιλογής και εκπαίδευσης χειριστων αεροσκαφών ναυτικού. Ακολουθούσαν και αυτοί την αρχή της διαμόρφωσης του σώματος των χειριστών ως ελιτ αξιωματικών αλλά ήταν σε θέση να επιλέγουν τους κατάλληλους άνδρες από πολύ μεγαλύτερο διαθέσιμο πληθυσμό. Υπήρχαν τρείς σχολές παραγωγής χειριστών στην Πενσακόλα και στο Τζάκσονβιλ της Φλόριδας και στο Κόρπυς Κρίστι του Τέξας. Σε αυτές τις σχολές εισέρχονταν οι υποψήφιοι χειριστές μετά από μία διαδικασία αρχικής εκπαίδευσης διαρκείας έξη μηνών, η οποία ολοκληρωνόταν στις 108 σχολές προκαταρτικής και βασικής πτητικής εκπαίδευσης σε όλη την χώρα. Το ποσοστό αποτυχίας σε αυτή την φάση ήτν μόνο 15%. Συνεπώς δεν είναι υπερβολικός ο αριθμός των 45.000 υποψηφίων χειριστών, οι οποίοι ευρίσκονταν σε διάφορες φάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας κατά τα μέσα του 1943.
H επιχειρισιακή εκπαίδευση των Αμερικανών νέων χειριστών άρχιζε στο Τζκσονβιλ και μετά από δύο μήνες εκεί συνέχιζαν με την διαδικασια εξοικείωσης απο/προσνηώσεων σε αεροπλανοφόρα στην λιμνη Μίτσιγκαν. Για τον σκοπό αυτό το Αμερικανικό ναυτικό διέθετε τα μοναδικά στον κόσμο αεροπλανοφόρα γλυκού νερού. Ηταν τα Σαμπλ και Γούλβεριν, τα οποία ήταν προηγουμένως εμπορικά ατμόπλοια των μεγάλων λιμνών. Εναλλακτικά, όταν οι λίμνες ήταν παγωμένες τον χειμώνα, αυτό το στάδιο εκπαίδευσης εκτελείτο στα ανοιχτά της δυτικής ακτής. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι ώρες πτήσης για τους εκπαιδευόμενους ήταν τουλάχιστον 360. Βασικότατο πλεονέκτημα του συστήματος ήταν η ύπαρξη εμπείρων εκπαιδευτών. Για τους Αμερικανούς δεν ήταν πολυτέλεια να διαθέτουν πιλότους με μεγάλη πολεμική εμπειρία στην εκπαιδευτική διαδικασία, εφόσον η ενσωμάτωση των νεοτέρων συναδέλφων τους γινόταν σαφώς ομαλότερη και επιτυχέστερη. Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης οι νέοι χειριστές είτε αποστέλονταν σε κάποιο από τα νέα αεροπλανοφόρα, οπότε είχαν την δυνατότητα απόκτησης περαιτέρω πείρας μέχρι να φθάσει το πιλότους στην πολεμική ζώνη, είτε αποστέλονταν απ' ευθείας σε αεροπλανοφόρο, το οποίο ήδη ευρισκόταν σε δράση, οπότε σε μία ή δύο ημέρες έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός.
Μετά από τόσο προσεκτική και προφανώς δαπανηρή εκπαιδευτική διαδικασία δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ήταν ιδιαιτέρως ευαίσθητοι με τις ζωές των χειριστών. Αποτελούσε πρακτική του Αμερικανικού ναυτικού να διαθέτει υποβρύχια πλοία επιφανείας και αερακάτους, έστω και βάζοντας τα σε κίνδυνο, προκειμένου να εντοπίσει χειριστές, από αεροπλάνα, τα οποία είχαν καταρριφθεί. Ηταν μία τελείως διαφορετική πρακτική από αυτή των Ιαπώνων, για τους οποίους η δόξα του αυτοκράτορος είχε μεγαλυτερη σημασία από την ζωή των υπηκόοων του. Νοοτροπία, η οποία φάνηκε στην εντονώτερη μορφή της με την εμφάνιση των κανικάζι, όταν πια οι ελπίδες για νίκη ήταν ανύπαρκτες.
H εμφάνιση του Νίμιτζ στο προσκήνιο
O στρατηγός ΜακΑρθουρ είχε προσπαθήσει να επιτύχει την έγκριση του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου ώστε η εκστρατεία στην Γουινέα να εξελιχθεί ως η βασική επιθετική προσπάθεια των Αμερικανών προς τις Ιαπωνικές νήσους. Το Επιτελείο όμως χωρίς να απορρίπτει την εκστρατεία του ΜακΑρθουρ ενέκρινε και την πρόταση του ναυάρχου Νίμιτζ για μία πιο τολμηρή γραμμή στις Αμερικανικές κινήσεις. H πρόταση του Νίμιτζ ήταν για μία απευθείας επιθετική κίνηση δια μέσου του Ειρηνικού στηριζόμενος στις πανίσχυρες μονάδες πεζοναυτών και στον μεγάλο διαθέσιμο αριθμό σκαφών αμφιβίων επιχειρήσεων και αεροπλανοφόρων.
H εκστρατεία του Νίμιτζ εξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1943 με απόβαση στις νήσους Γκίλμπερτς, Ταράουα και Μακίν. Οι δυνάμεις του Αμερικανικού στρατού στο Μακίν δεν συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες. Οι άνδρες της 2ης μεραρχίας πεζοναυτών στην Ταράγουα αντιμετώπισαν όμως σοβαρή αντίσταση. Οι Ιαπωνικές αμυντικές θέσεις ήταν άριστα οχυρωμένες και επανδρωμένες από 4000 αποφασισμένους Ιάπωνες. Τις δυσκολίες των πεζοναυτών, από την αρχή ακόμη της επιχείρησης, μεγάλωσε και ένα απρόσμενο γεγονός. Μία απρόβλεπτα χαμηλή παλλοίρια τους υποχρέωσε να διανύσουν πεζή, μέσα στο νερό μία απόσταση 500 περίπου μέτρων μέχρι την ακτή. H απόσταση αυτή φυσικά καλύφθηκε κάτω από λυσσώδες Ιαπωνικό πυρ, το οποίο επίσης ήταν μάλλον απρόσμενο για τους πεζοναύτες. O βαρύς προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός από αέρα και θάλασσα δεν είχε καταφέρει να εξουδετερώσει τις Ιαπωνικές οχυρώσεις και η βεβαιότης των Αμερικανών περί του αντιθέτου αποδείχθηκε οικτρή πλάνη, η οποία πληρώθηκε με αίμα.3026 πεζοναύτες έμειναν για πάντα στις ακτές αυτής της νήσου το Ειρηνικού ενώ βυθίσθηκε επίσης το αεροπλανοφόρο Λισκομπ Μπαίη και καταστράφηκαν πολλά Αμερικανικά αεροπλάνα. Τελικά όταν οι πεζοναύτες κατέλαβαν την νήσο δεν είχε μείνει ούτε ένας από τους Ιάπωνες υπερασπιστές της ζωντανός.
H εμπειρία της Ταράουα αξιοποιήθηκε από τους Αμερικανούς στην επιχείρηση στις νήσους Μάρσαλ, οι οποίες ήταν ο επόμενος στόχος στις 31 ιανουαρίου 1944. O προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός σχεδιάσθηκε και εκτελέσθηκε με επιτυχία ώστε να αποφευχθεί το πάθημα της Ταράβα. Οι νήσοι Ματζούρο και Κγουατζαλέιν έπεσαν στα χέρια των πεζοναυτών χωρίς δυσκολίες. Στις 22 Φεβρουαρίου οι πεζοναύτες αποβιβάσθηκαν 300 μίλια δυτικότερα στην ατόλη Ενιγουετόκ μετά από σφοδρό βομβαρδισμό, ο οποίος και πάλι ήταν επιτυχημένος. H Ιαπωνική αντίσταση δεν δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα στους πεζοναύτες.
Αμερικανικές επιχειρήσεις σε όλα τα μέτωπα του Ειρηνικού
H κατάληψη της ατόλης Ενιγουετόκ σήμαινε ότι οι Αμερικανοί θα διέθεταν τώρα αγκυροβόλια, αεροδρόμια και χώρους στάθμευσης, οι οποίοι θα χρησιμοποιούνταν για την συνέχιση της εκστρατείας. Ταυτοχρόνως αυτοί οι χώροι αφαιρούνταν από τους Ιάπωνες. Ενώ εξελισσόταν η επιχείρηση στην ατόλη εννέα αεροπλανοφόρα υπό τον υποναύαρχο Μίτσερ εξαπέλυσαν ευρείας έκτασης επδρομή εναντίον της Ιαπωνικής βάσης στο Τρούκ στις νήσους Καρολίνες περίπου 700 μίλια από το Ενιγουετόκ και το Ραμπαούλ. O ναύαρχος Κόγκα είχε εγκαίρως αποσύρει τον στόλο του αλλά σε 48 περίπου ώρες τα αεροπλάνα του Μίτσερ εβύθισαν φορτηγά Ιαπωνικά πλοία συνολικού τοννάζ 200.00 τόνων και κατέστρεψαν στο έδαφος 275 αεροπλάνα. στα τέλη του Μαρτίου μία παρόμοια επιδρομή στο Παλάου κατέληξε στην καταστροφή πλοίων συνολικού τονάζ 130.000 τόνων.
Ολες αυτές οι επιχειρήσεις στον κεντρικό Ειρηνικό διεξήχθηκαν από τον πέμπτο στόλο υπό τον αντιναύαρχο Σπρούανς. Αργότερα όταν την διοίκηση θα αναλάμβανε, εκ περιτροπής, ο ναύαρχος Χάλσεϋ η ίδια δύναμη θα λεγόταν τρίτος στόλος. Ομως τόσο τα πλοία όσο και το προσωπικό ήταν ακριβώς ίδια. Οι ναυτικές δυνάμεις του ΜακΑρθουρ αποτελούσαν τον έβδομο στόλο και απαρτίζονταν από διαφορετικά πλοία και άνδρες με διοικητή τον αντιναύαρχο Κινκαίηντ. Αυτές οι δυνάμεις ολοκλήρωσαν την κατάληψη των νήσων του Σολομώντος στα μέσα του Φεβρουαρίου.
H Ιαπωνική ανωτάτη διοίκηση φοβούμενη την ενδεχόμενη συνέχιση της συμμαχικής προέλασης από την πλευρά της Νέας Γουινέας αποφάσισαν να ρίξουν το βάρος της αμυντικής τους προσπάθειας σε αυτό τον τομέα επιχειρώντας, αναλόγως με την εξέλιξη των επιχειρήσεων, αντεπίθεση ευρείας κλίμακας. Σκοπός των Ιαπώνων ήταν να διατηρήσουν τις θέσεις τους στην Νέα Γουινέα και απο εκεί να επανακτήσει τις νήσους, οι οποίες είχαν κυριευθεί από τους Αμερικανούς.. Το σχέδιο ήταν ισχυρές ναυτικές δυνάμεις να πλεύσουν προς την Ολλάντια, η οποία αποτελούσε ισχυρή Ιαπωνική βάση στο βόρειο άκρο της Νέας Γουινέας. Στην συνέχεια θα επιχειρούσαν εξόρμηση προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά. H αντίδραση των συμμάχων ήταν δυστυχώς για τους Ιάπωνες εξαιρετικά επιτυχημένη. Στα μέσα Απριλίου Αυστραλιανές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν στο Μποκατζίν στις βόρειες ακτές της Νέας Γουινέας. Οι Ιάπωνες αιφνιδιάσθηκαν πιστεύοντας ότι οι αποβατικές επιχειρήσεις των συμμάχων θα συνεχίζονταν ώστε ακολουθώντας την παραλιακή οδό μέσω Μαντάγκ και Γουηγουάκ να φθάσουν στην Ολλάντια. Μεταφέρθηκαν λοιπόν σημαντικές Ιαπωνικές δυνάμεις προς το Μαντάγκ για να αποκοπεί η προβλεπόμενη συμμαχική προώθηση αποδυναμώνοντας την άμυνα της Ολλάντια.
Οι αεροπόροι του ΜακΑρθουρ υπό τον υποπτέραρχο Κέννευ δεν δυσκολεύθηκαν να επιτύχουν την επιζητούμενη αεροπορική υπεροχή στον εναέριο χώρο της Ολλάντια δείχνοντας ίσως τις συμμαχικές προθέσεις. Ομως ούτε η επόμενη κίνηση της αμφίβιας δύναμης του ΜακΑρθουρ υπό τον αντιναύαρχο Κινκαίηντ προβλέφθηκε από τους Ιάπωνες. Στις 22 Απριλίου 1944, παρακάμπτωντας το Γουηγουάκ οι Αμερικανοί επετέθηκαν κατευθείαν στην Ολλάντια 200 μίλια δυτικότερα απο εκεί όπου τους επερίμεναν οι Ιάπωνες. Ηταν μία από τις καλλύτερες κινήσεις αντιπερισπασμού σε όλο τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο. H σχεδιαζόμενη Ιαπωνική αντέπιθεση δεν έγινε βέβαια ποτέ. Στις 17 Μαϊου οι άνδρες του ΜακΑρθουρ εισέβαλαν στο Γουακντέ και στην συνέχεια για να αποκτήσουν τον χώρο, ο οποίος θα ήταν κατάλληλος για βάση βαρέων βομβαρδιστικών, στις 27 Μαϊου, αποβιβάσθηκαν στην νήσο Μπιάκ 350 μίλια πέρα από την Χολλάντια. Ετσι όλες οι μέχρι τότε Ιαπωνικές βάσεις στην περίμετρο της Νέας Γουινέας έπεσαν στα χέρια των Αμερικανών. Το ανακοινωθέν από το στρατηγείο του ΜακΑρθουρ ήταν σαφές : "Από στρατηγικής πλευράς η εκστρατεία στην Νέα Γουινέα ετελείωσε".
O αντικαταστάτης του φονευθέντος ναυάρχου Κόγκα, ναύρχος Τογιόντα, αντέδρασε στην απόβαση στο Μπιάκ με μία προσπάθεια ενίσχυσης της νήσου με στρατεύματα από τις Φιλιππίνες. Οι Ιαπωνικές προσπάθειες δεν υλοποιήθηκαν λόγω παρουσίας ισχυροτέρων Αμερικανικών δυνάμεων στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ Φιλιππίνων και Μπιάκ. Τέλος αποφασίσθηκε της νηοπομπής να ηγηθούν τα δύο γιγαντιαία αδελφά θωρηκτά Γαιματο και Μουσάσι. ενώ όμως η δύναμη αυτή ευρισκόατν ακόμη πολύ μακρυά από το Μπιάκ ο Σπρούανσ εξεκίνησε την επίθεση εναντίον της νήσου Σαϊπάν. O Τογιόντα συνεπώς αποφάσισε να ματαιώσει την επιχείρηση ανακατάληψης της νήσου Μπιάκ.
Στις 2 Ιουλίου 1944 ο ΜακΑρθουρ κατέλαβε την νήσο Νόεμφουρ και στις 30 Ιουλίου κατέλαβε το Σανσαπόρ στο δυτικό άκρο της Νέας Γουινέας. Χρειάσθηκαν περίπου 18 μήνες για να ολοκληρώσει την κατάληψη των νήσων του Σολομώντος. Ομως χρειάσθηκαν μόνο έξη μήνες για να φθάσει στο άλλο άκρο της Νέας Γουινέας.
H Ιαπωνική διοίκηση ευλόγως ανέμενε μία επιθετική κίνηση του Νίμιτζ. Ελπίζοντας αλλά και πιστεύοντας ότι αυτή θα είχε ως στόχο το Παλάου, τοποθέτησαν τον Μάϊο ένα αμυντικό τείχος υποβρυχίων βορείως των νήσων Αντμιραλτις. Επίσης για να εκμεταλευθούν το πλήθος των αεροπορικών τους βάσεων στα νησιωτικά συμπλέγματα ανατολικώς των Φιλιππίνων και βορείως της Νέας Γουινέας διέθεσαν 540 αεροσκάφη σε επίγειες βάσεις.. Οταν τα νέα για την εκδήλωση επίθεσης εναντίον του Σαιπάν έφθασαν στον Τογιόντα, αυτός διέταξε την κύρια δύναμη του, με τον τίτλο "Πρώτος Κινητός Στόλος" υπό τον αντιναύαρχο Οζάουα να ενωθεί με την ευρισκόμενη στις νήσους αεροπορική δύναμη. Σκοπός των Ιαπώνων ήταν να εκδηλωθεί συνδιασμένη επίθεση εναντίον του εχθρού με μαζικές αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες θα προέρχονταν από θάλασσα και νήσους. Για τους Ιάπωνες ήταν ζωτικής σημασίας η απόκρουση της Αμερικανικής απόβασης στο Σαϊπάν, γιατί η επιτυχία της θα εσήμαινε αποκλεισμό των νήσων Καρολίνων και θα άνοιγε ο δρόμος για εισβολή στο Παλάου και στις Φιλιππ'ινες. H δύναμη του Οζάουα, ο οποίος είχε την βάση του στο Τάουι Τάουι, αποτελείτο από πέντε αεροπλανοφόρα και τέσσερα ελαφρά αεροπλανοφόρα με 430 αεροπλάνα και πολλά πολεμικά διαφόρων τύπων. Στις 13 Ιουνίου εξεκίνησε και στις 16 ενώθηκε με την δύναμη, η οποία προοριζόταν για την επιχείρηση στο Μπριάκ. H πορεία των Ιαπωνικών πλοίων συνεχίσθηκε με κατεύθυνση βορειονατολική. Ομως ο Οζάουα δεν ήξερε ότι Αμερικανικά υποβρύχια είχαν ήδη εντοπίσει τις κινήσεις του και οι αντίπαλοι του ήταν πλήρως ενημερωμένοι και τον περίμεναν.
Υπήρχαν και άλλα αρνητικά συμβάντα για τους Ιάπωνες. Τα 25 υποβρύχια, τα οποία εσχημάτιζαν το αμυντικό τείχος βορείως των Αντμιραλτις είχαν εντοπισθεί από τους Αμερικανούς και δέκα από αυτά εβύθισθηκαν. Σημειώνεται ότι έξη από αυτά ήταν θύματα του ίδιου πλοίου, του αντιτορπιλικού συνοδείας Ηνγκλαντ. Στις επόμενες λίγες ημέρες ακόμη επτά Ιαπωνικά υποβρύχια θα χάνονταν, χωρίς από την πλευρά τους να επιτύχουν τίποτε. Την ίδια ωρα η Δύναμη Κρούσης 58 του Σπρούανς υπό τον αντιναύαρχο Μίτσερ κατέστρεφαν κατά βούληση τα Ιαπωνικά αεροπλάνα στις βάσεις τους.
Στις 15 Ιουνίου ο διοικητής των αμφιβίων δυνάμεων του Σπρούανς, αντιναύαρχος Τέρνερ άρχισε να αποβιβάζει πεζοναύτες και στρατιώτες στο Σαϊπάν του νησιωτικού συγκροτήματος των Μαριανών. Στην διάθεση του είχε επτά θωρηκτά και επτά αεροπλανοφόρα συνοδείας για να υποστηρίξει αυτή την αποβατική επιχείρηση. Ακόμη σημειώνεται ότι η δύναμη του Μίτσερ, εννέα αεροπλανοφόρα και έξη ελαφρά αεροπλανοφόρα με 891 αεροπλάνα, ήταν σε θέση να παράσχει σε σύντομο χρονικό διάστημα υποστήριξη στον Τέρνερ. Τέλος πολύ σημαντικός ήταν ο παράγοντας της μεγάλης εμπειρίας των Αμερικανών πιλότων και της μεγάλης απειρίας των Ιαπώνων. Καθώς λοιπόν ο ρούς της ιστορίας έφθανε προς την ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων οι δύο αντίπαλοι έιχαν τα εξής πλεονεκτήματα. O Μίτσερ διέθετε αριθμητική υπεροχή και σημαντική εμπειρία προσωπικού. O Οζάουα διέθετε την δυνατότητα εκδήλωσης επίθεσης πρώτος, είχε την δυνατότητα επιλογής στόχων και τα αεροπλάνα του ήταν μεγαλύτερης εμβέλειας. Ετσι θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Αμερικανικών πλοίων πριν αυτά προλάβουν να αμυνθούν αποτελεσματικά. Τέλος ο Οζάουα, πλέοντας με βορειονατολική κατεύθυνση είχε τον άνεμο με το μέρος του. Ενώ ο Μϊτσερ για να αποπροσνηώσει τα αεροπλάνα του ήταν υποχρεωμένος να κάνει στροφή 180 μοιρών. Ομως ο Οζάουα είχε ένα καίριο μειονέκτημα, το οποίο ο ίδιος δεν ήξερε. Αγνοούσε τουλάχιστον μερικώς την εξουδετέρωση των αεροπλάνων των επιγείων βάσεων στα οποία υπολόγιζε σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από κάθε λογική ο αντιναύαρχος Κακούτα διοικητής των αεροπορικών δυνάμεων, οι οποίες εστάθμευαν στις επίγειες βάσεις, απέκρυψε την αλήθεια από τον συνάδελφο του. Από την βάση του στο Τινιάν ο Κακούτα διαβεβαίωνε τον Οζάουα ότι τα αεροπλάνα του έφερναν σε πέρας τις αποστολές τους και απέφυγε να αναφέρει την νύχτα της 18ης προς 19η Ιουνίου ότι στο Γκουάμ ευρίσκονταν 50 Ιαπωνικά αεροπλάνα αντί για 500, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο. H αιτία για την εξωφρενική στάση του Κακούτα είναι δύσκολο να γίνει καταννοητή. Λαμβάνοντας υπ' όψη την Ιαπωνική νοοτροπία μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι ο Κακούτα ντρεπόταν να παραδεχθεί την αποτυχία των δυνάμεων του και προτίμησε να διατηρήσει την "αξιοπρέπεια" του παρά να προφυλάξει τον στόλο του Οζάουα από την επερχόμενη καταστροφή.

H ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππίνων
Τα γεγονότα της 19ης Ιουνίου εξεκίνησαν με μία σφοδρή αερομαχία επάνω από το Γκουάμ, κατα την οποία περισσότερα από 30 Ιαπωνικά αεροπλάνα καταρρίφθηκαν χωρίς να μπορέσουν να εκδηλώσουν επίθεση εναντίον των Αμερικανικών πλοίων. Αυτά τα αεροπλάνα προέρχονταν από επίγειες βάσεις και υποτίθεται ότι θα επέφεραν σημαντικές απώλειες στα αντίπαλα πλοία. O Οζάουα, αγνοώντας και αυτή την αρνητική εξέλιξη, εξαπέλυσε το πρώτο κύμα από 69 αεροπλάνα στις 08.30 και στις 09.00 ένα δεύτερο κύμα από 128 αεροπλάνα. H διαδικασία της απονήωσης ήταν ακόμη σε εξέλιξη όταν το αεροπλανοφόρο Ταϊχο τορπιλίσθηκε από το υποβρύχιο Αλμπακόρ. Εξη τορπίλες εξαπολύθηκαν εναντίον του Ιαπωνικού πλοίου. Μία από αυτές εξουδετερώθηκε από την απαράμιλλη αυτοθυσία του χειριστή Σακίο Κομάτσου, ο οποίος εντοπίζοντας την έπεσε με το αεροπλάνο του επάνω της. Το Ταϊχο τελικώς επλήγη αλλά χωρίς να παρεμποδισθεί η απονήωση των αεροπλάνων του. Το πλήγμα όμως προκάλεσε μία απροσδιόριστης σοβαρότητας διαρροή αερίων καυσίμων η οποία αποδείχθηκε μοιραία.
Τα Αμερικανικά ραντάρ εντόπισαν τα επερχόμενα εχθρικά αεροσκάφη σε απόσταση 150 μιλίων. O Μίτσερ ανακάλεσε τα μαχητικά του από το Γκουάμ και τα έστειλε να συναντήσουν τους επερχομένους επιδρομείς. Ούτε ένα από αυτά δεν μπόρεσε να εκδηλώσει επίθεση και στις 11.00 42 είχαν ήδη καταρριφθεί. Το δεύτερο κύμα είχε ελάχιστα καλλύτερη τύχη. 20 αεροπλάνα ξέφυγαν από τα Χελκάτς αλλά δεν έπληξαν ούτε μία φορά τα Αμερικανικά πλοία. Μόνο ένα τορπιλοπλάνο κατάφερε να πέσει επάνω στο θωρηκτό Ιντιάνα χωρίς συνέπειες για το πλοίο.
Τα διασωθέντα αεροπλάνα του πρώτου κύματος είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στα αεροπλανοφόρα τους όταν το Σοκάκου δέχθηκε τρεις τορπίλες από το υποβρύχιο Καβάλα, το οποίο παρακολουθούσε την Ιαπωνική δύναμη από τις 17 Ιουνίου. Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των ομάδων αντιμετώπισης καταστροφών το Σοκάκου βυθίσθηκε στις 16.24 έπειτα από διαδοχικές εκρήξεις λόγω διαρροής καυσίμων αεροσκαφών. Εν τω μεταξύ έξη ώρες μετά τον τορπιλισμό του το Ταϊχο είχε γίνει μία επιπλέουσα βόμβα. Τελικώς εξερράγη στις 15.32 και βυθίσθηκε τέσσερα λεπτά μετά το Σοκάκου. O Οζάουα αναγκαστικά μετέφερε το σήμα του στο καταδρομικό Χαγκούρο. αυτό όμως δεν διέθετε τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, ο οποίος θα απαιτείτο για μία ναυαρχίδα και έτσι ο Ιάπωνας ναύαρχος συνέχισε να ευρίσκεται στο σκοτάδι για τις καταστροφικές εξελίξεις στις εναέριες συγκρούσεις της ημέρας.
Πριν το μεσημέρι δύο ακόμη κύματα Ιαπωνικών αεροσκαφών είχαν βρεθεί στον αέρα. Τα μισά αεροπλάνα του πρώτου δεν βρήκε καν τον εχθρικό στόλο και επέστρεψαν στα αεροπλανοφόρα τους. Τα άλλα μισά απέτυχαν να καταφέρουν έστω και ένα πλήγμα και γύρω στις 13.00 αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια λόγω της παρουσίας των Χελκάτς. Το δεύτερο κύμα κατευθύνθηκε στο νότιο άκρο της Αμερικανικής δύναμης, από λάθος αναφορές αναγνωριστικού αεροπλάνου, και 33 καταρρίφθηκαν πριν προλάβουν να βρεθούν σε θέση βολής. Αλλα 49 δεν βρήκαν στόχους και εστράφηκαν προς το Γκουάμ Κατά την διάρκεια της ημέρας όμως τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά έμειναν στον αέρα για να αφήσουν χώρο στα καταστρώματα των αεροπλανοφόρων για τα μαχητικά. Ουσιαστικά για να μη μείνουν άπραγα τα πληρώματα τους βομβάρδιζαν κατά βούληση το αεροδρόμιο της νήσου Ορότε, του οποίου οι αεροδιάδρομοι είχαν μεταβληθεί σε οργωμένο χωράφι. Οι Ιάπωνες δεν θα είχαν που να προσγειωθούν αλλά λίγοι έζησαν για να ασχοληθούν με το πρόβλημα αυτό. Περισσότερα από 30 αεροσκάφη αυτής της ομάδας χρησίμευσαν για της ασκήσεις σκοποβολής των Χελκάτς.
Συνολικά εκείνη την ημέρα χάθηκαν 346 Ιαπωνικά αεροπλάνα και μόνο 29 Αμερικανικά. Οι Αμερικανοί ονόμασαν την σύγκρουση "Great Marianas Turkey Shoot", το οποίο σε ελεύθερη απόδοση αναφέρεται σε σκόπευση επί ακινήτων στόχων στις νήσους Μαριάνες. H ουσία της αναμέτρησης αυτής ήταν ότι η νίκη των Αμερικανών ήταν ολοσχερής και ιδιαίτερα αποφασιστική για την πορεία του πολέμου στον Ειρηνικό. H Ιαπωνική καταστροφή συνεχίσθηκε και την επομένη ημέρα, γιατί όσο και αν φαίνεται απίστευτο είναι ότι ο Οζάουα δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τα διαδραματιζόμενα. Οι αναφορές των διασωθέντων πιλότων του μιλούσαν για απώλειες τεσσάρων Αμερικανικών αεροπλανοφόρων και δεκάδων αεροπλάνων. Επίσης ο Οζάουα επέλεξε να πιστεύει ότι πολλοί από τους αγνοούμενους χειριστές του είχαν προσγειωθεί στο Γκουάμ, συνεπώς ευελπιστούσε σε μία ακόμη αναμέτρηση την επομένη ημέρα, η οποία θα του χάριζε την τελειωτική νίκη. Διέταξε λοιπόν την ανασυγκρότηση των πλοίων του με βορειοδυτική πορεία πρός προκαθορισμένα σημεία ανεφοδιασμού καυσίμων. Οταν κατάφερε να μεταφερθεί στο Ζουικάκου και να σχηματίσει μία σαφή εικόνα της κατάστασης ήταν πολύ αργά για να κατορθώσει να ξεφύγει από τους διώκτες του.
Στις 20 Ιουνίου οι Αμερικανοί εντόπισαν τα πλοία του Οζάουα στις 16.05 παρά τις αναφορές των υποβρυχίων από ενωρίτερα. Ηταν σχεδόν πολύ αργά για να εκδηλωθεί οργανωμένη επίθεση αλλά ο Μίτσερ ριψοκινδύνευσε και έστειλε, καθώς άρχιζε να νυχτώνει, 216 αεροπλάνα παρά τις μεγάλες πιθανότητες αναγκαστικών προσθαλασσώσεων και αδυναμίας πολλών χειριστών να επιστρέψουν στα αεροπλανοφόρα τους. Στις 18.40 οι Ιάπωνες δέχθηκαν την Αμερικανική επιδρομή, έχοντας προλάβει να απονηώσουν μόνο 80 αεροπλάνα. Οταν τελείωσε η μάχη το αεροπλανοφόρο Χίγιο βυθιζόταν τα αεροπλανοφόρα Ζουικάκου και Τσιγιόντα το θωρηκτό Χαρούνα, το καταδρομικό Μάγιο είχαν σοβαρές ζημιές και περισσότερα από 50 αεροπλάνα βρίσκονταν στον βυθό. 30 Αμερικανικά αεροπλάνα δεν επέστρεψαν. Από αυτά μόνο 20 είχαν καταρριφθεί στην μάχη. Τα υπόλοιπα έπεσαν λόγω έλλειψης καυσίμων και κόπωσης των πληρωμάτων τους αλλά πολλοί Αμερικανοί αεροπόροι διασώθηκαν. Τελικώς 73 από αυτούς έμειναν για πάντα στον υγρό τάφο του αχανούς ωκεανού. Σημειώνεται ότι για να διευκολυνθούν οι κατάκοποι χειριστές είχε δοθεί εντολή από τον Μίτσερ να φωταγωγηθούν όλα τα πλοία του, παρά τους κινδύνους, τους οποίους εγκυμονούσε αυτή η ενέργεια. Ετσι πολλοί χειριστές κατάφεραν να επιστρέψουν σώοι, σε πολλές περιπτώσεις κατεβάζοντας τα αεροπλάνα τους στο πρώτο αεροπλανοφόρο, το οποίο εύρισκαν. Ετσι τελείωσε η μεγαλύτερη αλλά και η τελευταία αεροναυμαχία της παγκόσμιας ιστορίας αποκλειστικά με συμμετοχή αεροπλανοφόρων, η οποία άφησε την Ιαπωνία χωρίς αεροπορική δύναμη ναυτικού.
Μετά την ναυμαχία
O Οζάουα διαφεύγοντας προς την Οκινάουα είχε μόνο 35 αεροπλάνα αλλά ο Σπρούανς αργότερα δέχθηκε κριτική ότι η τακτική του δεν ήταν τόσο επιθετική όσο θα έπρεπε στην αναζητηση του Ιαπωνικού στόλου μετά την πρώτη φάση της ναυμαχίας. Για τον ίδιο όμως πρωταρχική σημασία είχε η επιτυχία της απόβασης στο Σαϊπάν και η κατάληψη της νήσου, η οποία ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουλίου. Από τους 23.000 Ιάπωνες μαχητές στην νήσο σκοτώθηκαν 21.036. Μεταξύ τους ήταν και ο υποναύαρχος Ναγκούμο, προκάτοχος του Οζάουα στην διοίκηση των αεροπλανοφόρων.
O Σπρούανς, ήσυχος χαρακτήρας από την φύση του, δεν αντέδρασε στους επικριτές του. Πρέπει να αναφερθεί όμως ότι ούτε αυτός είχε σαφή γνώση της κατάστασης του εχθρικού στόλου και ακόμη η υιοθέτηση πιο επιθετικής τακτικής δεν θα μπορούσε να έχει καλλύτερα αποτελέσματα, γιατί τα πληρώματα των αεροσκαφών είχαν ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του. Σημειώνεται τέλος ότι η άκρατη επιθετικότητα του Χάλσεϋ στην ναυμαχία του Λέϋτε τέσσερις μήνες αργότερα έφερε σε δύσκολη θέση τις αμφίβιες Αμερικανικές δυνάμεις
Οι νήσοι Γκουάμ και Τινιάν και αυτές του συγκροτήματος των Μαριανών δέχθηκαν την Αμερικανική επίθεση στις 21 και 24 Ιουλίου αντιστοίχως. Το Τινιάν καταλήφθηκε με σχετική ευκολία αλλά στο Γκουάμ οι Ιάπωνες προέβαλαν σημαντική αντίσταση, η οποία κάμφθηκε μετά από τρεις εβδομάδες και 10.971 νεκρούς. Σε αυτή την νήσο μετέφερε ο Νίμιτζ το αρχηγείο του από το Περλ Χάρμπορ, ωστε να ευρίσκεται πλησιέστερα στην περιοχή των συγκρούσεων.
H κατάληψη αυτών των νήσων έδωσε την δυνατότητα στους Αμερικανούς να δημιουργήσουν βάσεις από τις οποίες θα ξεκινούσε η τελική φάση της επιχείρησης για την συντριβή της χώρας του ανατέλοντος ηλίου. Επιχειρώντας από το Γκουάμ και το Σαϊπάν τα Αμερικανικά βομβαρδιστικά B29 έφθαναν με ευκολία στις Ιαπωνικές νήσους. Οι βομβαρδισμοί, οι οποίοι θα ξεκινούσαν μετά από ένα μήνα δεν θα σταματούσαν μέχρι την τελική παράδοση των Ιαπώνων.
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1944 ο Χάλσεϋ ολοκλήρωσε την κατάληψη των Καρολινών και ο Μίτσερ άρχισε προπαρασκευαστικές επιχειρήσεις εναντίον του Παλάου δυτικώς των Καρολινών. Κατά τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς οι Αμερικανικές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν σε πολλές νησίδες. O ίδιος ο ΜακΑρθουρ ηγήθηκε της απόβασης στο Μοροβάι, την βορειότερη νήσο του συγκροτήματος Αλμαχέρα, 480 χιλιόμετρα νοτίως των Φιλιππίνων. H επιχείρηση δεν παρουσίασε δυσκολίες και έίχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί παρακάμφθηκαν άλλες νήσοι του συγκροτήματος, όπου υπήρχε ισχυρή Ιαπωνική παρουσία. H κατάληψη αυτών των νήσων δεν παρουσίαζε πια ενδιαφέρον για τους Αμερικανούς, οι οποίοι αρκέσθηκαν στο να αποκλείσουν και να αχρηστεύσουν τις φρουρές τους ενώ οι ίδοι προχωρούσαν προς τις Φιλιππίνες.

Περισσότερα... »